ΜΑΡΑΜΠΟΥ - MARABOU

Βασίλης Προδρόμου: Μαραμπού. (Vasilis Prodromou: Marabou). Details

Μαραμπού

Λένε για μένα οι ναυτικοί που ζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ έναν τρόπο ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε μέ πληγές θανατερές
κανείς δεν το ’μαθε, γιατί δεν το ’πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσε η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο — γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα — σαν άνθος έμοιαζε αλπικό —
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου που ’χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταίρων εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρό απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι·
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θά ’φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θενά ’πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρομούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!... Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξε απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τ’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν νά ’χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά μ’ μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου... Μα απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ’ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει...

Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...

Marabou

The sailors we lived with said about me
that I am a twisted piece of torn skin
that I sneakily hate women 
and that I never sleep with them

They also say I use hashish and coke
that some passion makes me horrible and disgusting
and my whole body is covered in obscene
disgusting weird, deeply stigmatizing images

They say many more horrible things
that are however fat lies and fabrications
what was inflicted upon me were mortal wounds
but that no one knew, because I did not tell anyone

But tonight. now that the tropical night has fallen
and the flocks of marabous are flying west
something persistently pushes me to put it to paper
that which has become my secret, eternal wound

Then I was a trainee on a glossy postal card
and we were sailing to Egypt on the liner from the South of France
Then I met her  —she was like an alpine flower —|
and we were bonded in a close brotherly friendship

Aristocratic, slender and melancholic
daughter of a rich Egyptian who had committed suicide
she took her sorrow to distant lands
so that maybe she would forget what happened

Almost always her Baskirtsef kept the log
and he was madly in love with the Saint of Avila 
he often recited sad French verses
and sat many hours gazing at the blue expanse

And I who only knew the bodies of lovers
and had a weak soul beaten by the sea
with her I rediscovered my childhood joy
and like a prophet I listened to her in ecstasy

I hung a small cross around her neck
and she gave me a large purse
and I was the unluckiest man on earth
when we reached the city where she disembarked

I thought of her often on the freighters
as my companion and my guardian angel
and a photo of her on the bow was to me
an oasis in the heart of the desert

I think I should have stopped here
My hand trembles, the warm air burns me
Some exquisite tropical river flowers are stinking
and a stupid marabou growls

I will continue! One night in a foreign harbor
I got terribly drunk on whiskey, gin and beer
and around midnight, as I was stammering heavily
I took the street to the stinking, derelict houses

Lewd women were pulling in those sailors
one of them suddenly grabbed my hat laughing
(an old habit of French street hookers)
and I followed her almost without wanting to

A small and narrow room, stinking like all of them
the plaster falling in pieces from the walls
a human rag with dark, weird, demonic eyes
spoke in a hoarse voice

I told her to switch off the light. We laid together
My fingers touching her bones
She smelled of absinth. I woke up, as the poets say
"as soon as dawn had spread its rose petals"

When I saw her in the dim light of the morning
she seemed sad to me, yet also hellish
with a strange awe, as if I was afraid
I quickly pulled my wallet to pay her

Twelve French francs... But she started to scream
and I saw her looking at me with one wild eye
and the other on my wallet... But I also left
a cross on her neck

Forgetting my hat I stormed out like a mad man
like a mad man who staggers and stares
like a terrible disease had been inserted in my blood stream
that still torments and chastens my body

The sailors we worked with said about me 
that I hadn't slept with a woman for years
that I am a slob and that I snort coke
But if the poor guys had known, they would have forgiven me..

The hand trembles... The fever... I forgot much
I am looking at a motionless marabou on the shore
It stares back at me 
I think I resemble him in my loneliness and stupidity...


Λόγια: Νίκος Καββαδίας
Νότες: Δημήτρης Καπούτσης
Words: Nikos Kavvadias
Notes: Dimitris Kapoutsis

More sea chanties by Nikos Kavvadias

Posted on: Lyrics Translate, Facebook, X, Substack

Comments

Popular Posts